Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Κάτι Γλυκό.

Μετά από πολύ καιρό θα αναρτηθεί κάτι σε αυτό εδώ τον χώρο. Μου είχε λείψει. Αλλά όπως είχε πει ένας φίλος δεν είναι κακά τα διαλείμματα.

Κάτι Γλυκό.

Γλυκό. Κάτι γλυκό να του σώσει την ζωή. Έψαχνε χρόνια τώρα να γευτεί ξανά αυτή την γλυκάδα. Τότε σε κάποιο χορό μεταμφιεσμένων την είχε πρωτογευτεί. Εκείνος ένας γκροτέσκος κόρακας και εκείνη ένας άγγελος, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο τρόπος που μιλήσανε μια διασκευή του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, τι διασκευή δηλαδή, το πρωτότυπο της είχε ψιθυρίσει στο αφτί. Προσκυνητής εκείνος, άγια εικόνα αυτή. Πάντα του άρεσε να σκηνοθετεί την ζωή του, να βρίσκει αναφορές, να φτιάχνει σενάρια, κάποιο το έβρισκαν άρρωστο, κάποιοι γελοίο, εκείνον δεν τον ένοιαζε. Αλλά η ζωή δεν σκηνοθετείται, το είχε μάθει πια, όμως εκείνος έψαχνε ακόμα για το τέλειο σενάριο.

Τώρα που την ξαναφιλούσε σκέφτηκε ότι ίσως να ήταν καλύτερη η κατάληξη της βραδιάς να ήταν μέσα σε ένα τάφο, εραστές στην αιωνιότητα. Αυτό που γινόταν τώρα ήταν αλλιώτικο, τρομακτικό, αληθινό. Πως να το χειριστεί; Εκείνη ένιωσε την αμηχανία του. “Μην ανησυχείς” του είπε. Από μέσα του εκείνος γέλασε. Μην ανησυχείς; Πόσο εύκολο θα ήταν για εκείνη; Ανέμελη την φανταζόταν μέχρι την τελευταία της πνοή, μια ανεμελιά που μέχρι και τον θάνατο θα μπορούσε να ξεγελάσει. Το φιλί σταμάτησε, η γλυκάδα όμως παρέμεινε, για λίγο.

“Και τώρα;” σκέφτηκε. Το μυαλό του έτρεχε με ταχύτητα χιλιομέτρων, έπρεπε να πει κάτι, αλλά τι; Ατάκες από ταινίες, στίχοι από τραγούδια, ποιήματα, όλα περνούσαν από το μυαλό του αλλά για πρώτη φορά, τίποτα δεν τον ικανοποιούσε. Ούτε η ερωτική εξομολόγηση του Χάρυ στην Σάλλυ, ούτε η Μαρία Νεφέλη, τίποτα. Αυτή το είχε καταλάβει, του χαμογέλασε και εκείνος με την βουβαμάρα του να τον ζώνει. Ήθελε να μιλήσει και σώπαινε. Όχι! Δεν ήταν η στιγμή για αναφορές και σκηνοθεσίες. Ήταν η ώρα να ζήσει. Να γίνει ηθοποιός στο θέατρο της ζωής του. Την κόιταξε. “Σε θέλω”. Την φίλησε. Γλυκό. Ξανά.


Συνοδεία:
Bach - Violin Sonata No. 1



Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Για café και παρατήρηση... (δευτερο και τελευταιο μερος)

Η πολυπόθητη συνέχεια του "Για café και παρατήρηση...".
Και πως είναι αυτή ατμόσφαιρα; Ένα πράγμα που ο συγγραφέας έχει παρατηρήσει σε τέτοιου είδους café είναι ότι η ατμόσφαιρα δεν συγκεκριμενοποιείται (Ω! Τι ήττα για τον συγγραφέα να αναλύσει το μη συγκεκριμενοποιήσιμο;). Ο καθένας θα βρει κάτι διαφορετικό να δει, να πει και να παρατηρήσει για αυτά τα μέρη. Ένας μπορεί να δεί τα κρεμμασμένα ανάποδα φλυτζάνια του τσαγιού, που σε ένα όργιο έμπνευσης, έχουν γίνει λάμπες (εδώ πραγματοποιούμε ένα άλμα λογικής και υποθέτουμε ότι ο συγκεκριμένος “ένας” ενδιαφέρεται για τέτοιες περίεργες αλλά παράξενα όμορφες διακοσμητικές ιδέες). Κάποιος άλλος θα παρατηρήσει την ζωγραφιά του Le Petit Nicolas που καταλαμβάνει τον μεγαλύτερο τοίχο του café. Ένας που ενδιαφέρεται για την μουσική θα επικεντρωθεί στην μουσική. Για να μην μακρυγορώ αγαπητέ αναγνώστη κάθε άνθρωπος που θα μπει στο συγκεκριμένο café θα επικεντρωθεί σε κάτι διαφορετικό, κάτι όμως που παρόλη την διαφορετικότητά του με όλα τα υπόλοιπα, παρατηρήσιμα, στοιχεία δημιουργεί μια ετερόκλιτη ομοιογένεια και τελικά μια ατμόσφαιρα (χειροκροτήματα πνίγουν το μυαλό του συγγραφέα αφού από το τίποτα κατάφερε να προσδιορίσει τα πάντα).

Αυτή ακριβώς η ατμόσφαιρα είναι που οδήγησε εδώ, σήμερα τον συγγραφέα μας (και πολύ πιθανόν το ζευγάρι απέναντί του) και σε ίσα μέρη, η πολύ καλή ποιότητα γαλλικού καφέ (είναι καταπληκτικό πως καμιά φορά τα πάντα συνομωτούν ως προς την δημιουργία ωραίων αντιστοιχιών, εδώ ο αναγνώστης καλείται να παρατηρήσει την αντιστοιχία του εκ Γαλλίας προερχόμενου όρου café που χρησιμοποιείται διαρκώς στο κείμενο με την διαπίστωση ότι το συγκεκριμένο café κάνει καλό γαλλικό καφέ) μόνο; Τι μας οδήγησε πραγματικά σήμερα εδώ; Ήταν απλά η παρόρμηση και η υπόσχεση ενός καλού γαλλικού καφέ; Ήταν το χέρι της Μοίρας που τον οδήγησε εδω, με την υπόσχεση κάποιων καλών σκέψεων που αργότερα θα αποτυπωθούν στο χαρτί; Και πότε είναι αυτό το αργότερα; Άραγε ο συγγραφέας γράφει τις συγκεκριμένες λέξεις την ώρα που κάθεται στο café ή αυτές ξεπηδούν από το μυαλό του σε μια μεταγενέστερη χρονική στιγμή και οι προτάσεις που διαβάζεις αυτή την στιγμή αναγνώστη είναι μπλεγμένες σε ένα χωροχρονικό ασυνεχές;

Βασικά τίποτα από αυτά δεν έχει σημασία (και εδώ έγκειται η μεγάλη ανατροπή που κάθε κείμενο που σέβεται τον εαυτό του οφείλει να έχει) γιατί ο συγγραφέας ξεκίνησε παρατηρώντας. Για την ακρίβεια όλη η ιστορία αυτή στηρίχθηκε πάνω στην σκέψη του ότι λίγες φορές πραγματικά αναρωτιόμαστε γιατί κάνουμε κάτι και ως τώρα επιδοθήκαμε σε μια εκτενής ανάλυση του γιατί κάνουν κάτι άλλοι άνθρωποι. Γιατί η κορασίδα κρατάει με ένα συγκεκριμένο τρόπο τον καφέ της (ή και τσάι της ή κάποιο άλλο αφέψημα), ή γιατί είναι ντυμένη έτσι, ή γιατί κάθεται με τον τρόπο που κάθεται. Η ανάλυση επεκτάθηκε στο γιατί κτίρια είναι έτσι όπως είναι. Αλλά η ανάλυση ποτέ δεν έφτασε στο άτομο από το οποίο ξεκίνησε, τον συγγραφέα. Και εδώ είναι το μεγάλο ερώτημα (βασικά τα ερωτήματα είναι δυο), γιατί ο συγγραφέας είναι εδώ (ελλείψει συντροφιάς) και για ποιο λόγο ήρθε εδώ; Γιατί κάνει αυτό που κάνει, δηλαδή να περιμένει μόνος σε ένα café;

Η απάντηση και στα δυο είναι μια και είναι η προαιώνια απάντηση σε τέτοιου είδους ερωτήματα. Είναι απάντηση στο γιατί ο Ρωμαίος πήγε στο πάρτι των Μοντέγων, είναι η απάντηση στο γιατί ο Πάρης πήγε στην Τροία, είναι η απάντηση στο γιατί ο Bogart παρέμεινε στην Cassablanca (εδώ να σημειωθούν οι πολυσχιδείς γνώσεις του συγγραφέα που συνδιάζουν από κλασσική ξένη λογοτεχνία, αρχαία ελληνική ιστορία και σύγχρονο noir αμερικάνικο κινηματογράφο). Μια κορασίδα (και όποιοι αναγνώστες αμφισβητούν ότι ο Bogart παρέμεινε στην Cassablanca ακριβώς επείδη αγαπούσε την αξιαγάπητη Bergman παρακαλώ να ξαναδούν την ταινία και να αναθεωρήσουν, αλλά ας μην αναλωθούμε σε μια ανάλυση της ταινίας που θα παρεκλίνει για άλλη μια φορά το κείμενο από τον βασικό σκοπό του).

Είναι τόσο απλό και συνάμα τόσο σύνθετο αγαπητέ αναγνώστη. Ο συγγραφέας στην παρούσα περίοδο βρίσκεται στην πολύ όμορφη και δύσκολη και ψυχοβγαλτική και ψυχαναλυπτική διαδικασία του flirt (άλλη μια γαλλικής προελεύσεως λέξη) με μια συγκεκριμένη κορασίδα. Μια διαδικασία που έχει σκοπό να ολοκληρώσει σήμερα, εδώ, σε αυτό το όμορφο café. Η διαδικασία που θα ακολουθηθεί, αναγνώστη, γνωστή, είναι η στιγμή, που ο πολιορκητής κάνει την τελική επίθεση, εκεί που κάνει κανείς το μεγάλο βήμα και περιμένει. Η συνέχεια, αγαπητέ αναγνώστη; Άγνωστη, και αυτό το άγνωστο είναι που προσδίδει την ομορφιά στην διαδικασία και την ελαφριά επιτάγχυνση στην αναπνοή και στους χτύπους της καρδιάς του συγγραφέα. Γιατί αυτό ακριβώς επακολουθεί, η συνέχεια, γιατί αγαπητέ αναγνώστη η κορασίδα μόλις πέρασε την πόρτα του café, και κάπου εδώ ο ειρμός των σκέψεων, η υπεραναλυτικότητα και η συγγραφική δυνότητα που μέχρι τώρα επιδείκνυε ο συγγραφέας χάνεται, πια αγαπητέ αναγνώστη δεν υπάρχουν παρενθέσεις. Ούτε δευτερεύουσες προτάσεις. Οι λέξεις και η δομή χάνονται από το μυαλό του συγγραφέα. Η κορασίδα τον κοίταξε, κάθισε απέναντί του, σταύρωσε τα πόδια της 

και του χαμογέλασε.

Συνοδεία: Marietta Fafouti - Homeland Joy

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

O, what a rogue and peasant slave am I!

Αγαπημένος μονόλογος απο τον Hamlet. Ηθελα να το ανεβασω απο τοτε που ειδα την παραγωγη του Shakespeare Royal Theatre απο το BBC με τον αγαπητο David Tennant στο ρόλο του Hamlet. 

O, what a rogue and peasant slave am I!
Is it not monstrous that this player here,
But in a fiction, in a dream of passion,
Could force his soul so to his own conceit
That from her working all his visage wann’d,
Tears in his eyes, distraction in’s aspect,
A broken voice, and his whole function suiting
With forms to his conceit? and all for nothing!
For Hecuba!
What’s Hecuba to him, or he to Hecuba,
That he should weep for her? What would he do,
Had he the motive and the cue for passion
That I have? He would drown the stage with tears
And cleave the general ear with horrid speech,
Make mad the guilty and appal the free,
Confound the ignorant, and amaze indeed
The very faculties of eyes and ears. Yet I,
A dull and muddy-mettled rascal, peak,
Like John-a-dreams, unpregnant of my cause,
And can say nothing; no, not for a king,
Upon whose property and most dear life
A damn’d defeat was made. Am I a coward?
Who calls me villain? breaks my pate across?
Plucks off my beard, and blows it in my face?
Tweaks me by the nose? gives me the lie i’ the throat,
As deep as to the lungs? who does me this?
Ha!
‘Swounds, I should take it: for it cannot be
But I am pigeon-liver’d and lack gall
To make oppression bitter, or ere this
I should have fatted all the region kites
With this slave’s offal: bloody, bawdy villain!
Remorseless, treacherous, lecherous, kindless villain!
O, vengeance!
Why, what an ass am I! This is most brave,
That I, the son of a dear father murder’d,
Prompted to my revenge by heaven and hell,
Must, like a whore, unpack my heart with words,
And fall a-cursing, like a very drab,
A scullion!
Fie upon’t! foh! About, my brain! I have heard
That guilty creatures sitting at a play
Have by the very cunning of the scene
Been struck so to the soul that presently
They have proclaim’d their malefactions;
For murder, though it have no tongue, will speak
With most miraculous organ. I’ll have these players
Play something like the murder of my father
Before mine uncle: I’ll observe his looks;
I’ll tent him to the quick: if he but blench,
I know my course. The spirit that I have seen
May be the devil: and the devil hath power
To assume a pleasing shape; yea, and perhaps
Out of my weakness and my melancholy,
As he is very potent with such spirits,
Abuses me to damn me: I’ll have grounds
More relative than this: the play ‘s the thing
Wherein I’ll catch the conscience of the king. 

Συνοδεία: Golder Archipelago - Shearwater